Γλαύκωμα, συμπτώματα και θεραπεία

Τι είναι γλαύκωμα;
Γλαύκωμα είναι μία ομάδα από οφθαλμικές παθήσεις που έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό την καταστροφή του οπτικού νεύρου. Το οπτικό νεύρο μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι λειτουργεί σαν ένα καλώδιο που περιέχει ίσως και περισσότερες απο 1 εκατομμύριο νευρικές ίνες και μεταφέρει την εικόνα που βλέπουμε στον εγκέφαλο. Όταν το οπτικό νεύρο υποστεί κάποια βλάβη, τότε η όραση βλάπτεται και σιγά σιγά εξασθενεί.

Η πλειοψηφία των ασθενών που έχουν γλαύκωμα δεν αντιλαμβάνονται κάποιο σύμπτωμα, παρά μόνο όταν έχουν χάσει σημαντικό μέρος της όρασης τους. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς πρέπει να εξετάζονται τακτικά, μία ή δύο φορές το χρόνο, ιδίως αν η ηλικία τους είναι άνω των σαράντα ετών. Ο οφθαλμίατρος μπορεί να εντοπίσει τις γλαυκωματικές αλλοιώσεις πριν υπάρξει αξιοσημείωτη βλάβη, εξετάζοντας το βυθό του οφθαλμού ή με τη βοήθεια ειδικών εξετάσεων όπως είναι η περιμετρία.

Γιατί πρέπει να εξετάζεται το οπτικό σας νεύρο;
Η εξέταση του οπτικού νεύρου αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της εξέτασης για το γλαύκωμα. Ο οφθαλμίατρος μπορεί να εκτιμήσει με τον τρόπο αυτό εάν το οπτικό νεύρο έχει κάποια βλάβη, ή εάν η υπάρχουσα βλάβη επεκτείνεται. Με την εξέταση του οπτικού σας νεύρου ο οφθαλμίατρος μπορεί να διαγνώσει εάν υπάρχει γλαύκωμα ή να καθορίσει την πορεία της νόσου.

Πως εξετάζεται το οπτικό νεύρο;
Το οπτικό νεύρο βρίσκεται στο πίσω μέρος του οφθαλμού, στο βυθό. Αποτελείται από νευρικές ίνες οι οποίες καταλήγουν μέσα στον οφθαλμό, στα κύτταρα του αμφιβληστροειδή χιτώνα. Ο αμφιβληστροειδής χιτώνας αποτελεί τον φωτοευαίσθητο χιτώνα του ματιού μας. Όταν ο οφθαλμίατρος εξετάζει (βυθοσκοπεί) τον ασθενή, μπορεί να διακρίνει το οπτικό νεύρο (οπτική θηλή) όπως επίσης και τις νευρικές ίνες να απλώνονται πάνω στον αμφιβληστροειδή χιτώνα. Αν και το οπτικό νεύρο μπορεί να επηρεαστεί από διάφορες ασθένειες, η βλάβη που οφείλεται στο γλαύκωμα έχει μία χαρακτηριστική εμφάνιση η οποία επιτρέπει στον οφθαλμίατρο να διαγνώσει το γλαύκωμα.

Αλλες μέθοδοι για την εξέταση του οπτικού νεύρου που χρησιμοποιούνται συνήθως και αποτελούν χρήσιμα εργαλεία για την εκτίμηση της βλάβης του νεύρου και την πορεία του γλαυκώματος είναι η περιμετρία (εξέταση του οπτικού πεδίου), το HRT (Heidelberg Retina Tomograph), το OCT (Ocular Coherence Tomography) κ.α.

Στο γλαύκωμα (όπου οι οπτικές ίνες καταστρέφονται), δημιουργείται μεγαλύτερη κοίλανση (δηλαδή ο κίτρινος εσωτερικός δακτύλιος είναι μεγαλύτερος από το συνηθισμένο). Ειδικά όταν το μέγεθος της κοίλανσης είναι διαφορετικό ανάμεσα στα δύο μάτια ενός ασθενή, ο οφθαλμίατρος μπορεί να διαγνώσει νωρίς το γλαύκωμα με τη βοήθεια αυτού του στοιχείου.

Τι είναι η εξέταση του οπτικού πεδίου (αυτοματοποιημένη περιμετρία);
Η εξέταση του οπτικού πεδίου χρησιμοποιείται για την εξέταση του οπτικού νεύρου και την εκτίμηση της πορείας του γλαυκώματος. Η εξέταση του οπτικού πεδίου μετράει την ικανότητα του ασθενή να αναγνωρίζει το φως σε κάθε περιοχή του αμφιβληστροειδή χιτώνα (και με αυτόν τον τρόπο να εκτιμηθεί το ποσοστό των νευρικών ινών που έχουν καταστραφεί από το γλαύκωμα). Η εξέταση του οπτικού πεδίου αποτελεί μία από τις πιο ουσιαστικές εξετάσεις για τη διάγνωση του γλαυκώματος. Όταν έχει ήδη διαγνωσθεί γλαύκωμα, η εξέταση αυτή βοηθάει τον οφθαλμίατρο να εκτιμήσει την πορεία της νόσου (αν μένει στάσιμη ή επιδεινώνεται).

Σε τι χρησιμεύει η εξέταση HRT;
Με την εξέταση HRT καταγράφεται με τη βοήθεια ενός τομογράφου η οπτική θηλή και μεταξύ άλλων υπολογίζεται με πολύ υψηλή ακρίβεια το πάχος των νευρικών ινών. Η εξέταση αυτή βοηθά τον οφθαλμίατρο στη διάγνωση και στην εκτίμηση της πορείας του γλαυκώματος. Ανάλογη χρήση έχουν και άλλες εξετάσεις (όπως πχ το OCT, το GDx κ.α.).

Ποια είναι τα αίτια του γλαυκώματος;
Δεν είναι γνωστές οι αιτίες του γλαυκώματος. Σε μερικές περιπτώσεις το οπτικό νεύρο καταστρέφεται λόγω υψηλής ενδοφθάλμιας πίεσης. Όταν ελαττώνουμε την ενδοφθάλμια πίεση, μπορούμε να σταματήσουμε ή να καθυστερήσουμε την καταστροφή του οπτικού νεύρου. Σε ορισμένους ασθενείς, η καταστροφή του οπτικού νεύρου μπορεί να συνεχίζεται ακόμη και αν η ενδοφθάλμια πίεση διατηρείται χαμηλή. Η έρευνα παγκοσμίως συνεχίζεται ώστε να καταλάβουμε τις αιτίες της γλαυκωματικής βλάβης σε αυτούς του ασθενείς και να αναπτύξουμε νέες θεραπείες για την προστασία του οπτικού νεύρου.

Πολλές καταστάσεις μπορεί να προκαλέσουν υψηλή ενδοφθάλμια πίεση. Έτσι η ενδοφθάλμια πίεση μπορεί να αυξηθεί λόγω φλεγμονής, αιμορραγίας, τραυματισμού, όγκου, συγγενούς δυσπλασίας, χρήσης φαρμάκων κ.α. Παρ\’ όλα αυτά, στις περισσότερες περιπτώσεις γλαυκώματος δεν αναγνωρίζεται καμία ιδιαίτερη ανωμαλία. Αυτή η περίπτωση είναι γνωστή ως πρωτοπαθές γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας. Σε άλλες περιπτώσεις ο οφθαλμός μπορεί να παρουσιάζει ανωμαλίες που προκαλούν γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Το γλαύκωμα κλειστής γωνίας μπορεί να αποτελέσει οξεία κατάσταση και να χρειαστεί άμεση αντιμετώπιση.

Έχουν περιγραφεί τουλάχιστον πενήντα μηχανισμοί οι οποίοι μπορούν να αυξήσουν την ενδοφθάλμια πίεση, αλλά όλοι προκαλούν παρόμοιες βλάβες στο οπτικό νεύρο. Όλες οι μέθοδοι θεραπείας για το γλαυκωμα σήμερα έχουν σαν στόχο κυρίως τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης σε ένα επίπεδο όπου θα προλαβαίνουμε την περαιτέρω καταστροφή του οπτικού νεύρου.

Σε τι χρησιμεύει η εξέταση του πάχους του κερατοειδούς;
Το τονόμετρο Goldmann με το οποίο μετρούμε συνήθως την ενδοφθάλμιο πίεση, δίνει αξιόπιστες μετρήσεις, με την προϋπόθεση ότι ένας άνθρωπος έχει πάχος κεντρικής περιοχής του κερατοειδούς περίπου 545mm. Αποδείχθηκε όμως ότι δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο πάχος κερατοειδούς. Έτσι σε αυτούς που έχουν λεπτούς κερατοειδείς η ενδοφθάλμια πίεση υποεκτιμάται, ενώ σε αυτούς που έχουν παχύτερους του μέσου όρου κερατοειδείς η ενδοφθάλμια πίεση υπερεκτιμάται. Η παχυμετρία κερατοειδούς αποτελεί μία υπερηχογραφική (συνήθως) μελέτη του πάχους του κερατοειδούς, η οποία επιτρέπει στον οφθαλμίατρο να εκτιμήσει με μεγάλη ακρίβεια την μετρούμενη ενδοφθάλμια πίεση.

Τύποι γλαυκώματος
Σε γενικές γραμμές το γλαύκωμα χωρίζεται σε δύο τύπους: στο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας και στο γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Στο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας ο οφθαλμίατρος είναι σε θέση να βλέπει το αποχετευτικό σύστημα του οφθαλμού με ειδικές εξετάσεις, αλλά δεν είναι δυνατόν να δει σε ποιο σημείο υπάρχει το πρόβλημα. Στο γλαύκωμα κλειστής γωνίας το αποχετευτικό σύστημα παρεμποδίζεται συνήθως από την ίριδα και το υδατοειδές υγρό δεν είναι σε θέση να φθάσει στον ηθμό και να παροχετευτεί. Η συχνότερη μορφή γλαυκώματος είναι το γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.

Η θεραπεία του γλαυκώματος
Ο σημαντικότερος στόχος στη θεραπεία του γλαυκώματος είναι η διατήρηση της όρασης προλαμβάνοντας τις βλάβες του οπτικού νεύρου. Είναι γνωστό ότι η υψηλή ενδοφθάλμια πίεση μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο οπτικό νεύρο. Για το λόγο αυτό προσπαθούμε να το προστατέψουμε μειώνοντας την ενδοφθάλμια πίεση. Όλες οι θεραπείες που υπάρχουν σήμερα έχουν σαν στόχο τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Είναι γενικά αποδεκτό ότι ελαττώνοντας την πίεση, επιβραδύνουμε ή σταματάμε την απώλεια του οπτικού πεδίου στους περισσότερους ασθενείς. Είναι αλήθεια ότι κάποιοι ασθενείς συνεχίζουν να χάνουν μέρος της όρασης τους ακόμη και όταν η πίεση έχει μειωθεί σημαντικά, παρ\’ όλα αυτά οι περισσότεροι είναι σε θέση να τη διατηρήσουν.

Επιλογές για τη θεραπεία του γλαυκώματος
Υπάρχουν τρεις βασικές επιλογές για τη θεραπεία του γλαυκώματος:

α. φαρμακευτική αγωγή (κολλύρια ή δισκία).

β. επέμβαση με laser. Τα laser είναι διαφόρων ειδών (π.χ. επιλεκτική laser τραμπεκουλοπλαστική (SLT), ενδοκυκλοφωτοπηξία (ECP), YAG laser ιριδοτομή, κυκλοφωτοπηξία με diode laser κ.α.) και εφαρμόζονται σε διάφορες θέσεις του οφθαλμού.

γ. χειρουργική επέμβαση (τραμπεκουλεκτομή ή παρόμοια συριγγοποιητική επέμβαση).

Ο οφθαλμίατρος λαμβάνει υπ\’ όψιν του πολλούς παράγοντες προκειμένου να αποφασίσει την κατάλληλη θεραπεία για τον κάθε ασθενή χωριστά.

Στην κλινική μας παρέχονται όλα τα απαραίτητα μέσα (τεχνολογικός εξοπλισμός και εξειδικευμένο προσωπικό) προκειμένου να γίνει η σωστή διάγνωση και να εφαρμοστεί η δέουσα θεραπεία που θα επιλέξει ο θεράπων οφθαλμίατρος.

Διαθλαστικές Ανωμαλίες (Μυωπία, Υπερμετρωπία…)

(για το διαθλαστικό τμήμα Laser δείτε εδώ)

ΜΥΩΠΙΑ

Στη μυωπία οι ακτίνες δεν εστιάζονται στον αμφιβληστροειδή, αλλά μπροστά από αυτόν με αποτέλεσμα το είδωλο να μην απεικονίζεται με ευκρίνεια.
Επηρεάζεται περισσότερο η μακρινή όραση και λιγότερο η κοντινή.
Η μυωπία εμφανίζει τη μεγαλύτερη αύξηση κατά την περίοδο της ανάπτυξης και συνήθως σταθεροποιείται στην ενηλικίωση.
Το Laser είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό στη μυωπία, αποκαθιστώντας πλήρως την όραση και απαλλάσοντας τον ασθενή από τα γυαλιά.

ΥΠΕΡΜΕΤΡΩΠΙΑ

Στην υπερμετρωπία οι ακτίνες δεν εστιάζονται στον αμφιβληστροειδή, αλλά πίσω από αυτόν με αποτέλεσμα το είδωλο να μην απεικονίζεται με ευκρίνεια.
Επηρεάζεται περισσότερο η κοντινή όραση και λιγότερο η μακρινή. Η υπερμετρωπία εμφανίζει τη μεγαλύτερη αύξηση συνήθως μετά την ηλικία των 35 – 40 ετών όπου μειώνεται η ικανότητα προσαρμογής του οφθαλμού.
Το LASER έχει ένδειξη στην υπερμετρωπία ανάλογα τους βαθμούς και την ηλικία του ασθενούς.

ΑΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ

Στον αστιγματισμό οι καμπυλότητες της επιφάνειας του κερατοειδούς δεν είναι ομοιόμορφες και οι ακτίνες του φωτός δεν εστιάζουν στο ίδιο επίπεδο με αποτέλεσμα την παραμόρφωση των αντικειμένων μακριά και κοντά.
Ο ασθενής με αστιγματισμό βλέπει τα αντικείμενα παραμορφωμένα ή θολά, ανεξάρτητα με την απόσταση που βρίσκονται.
Το LASER είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό στον αστιγματισμό.

ΠΡΕΣΒΥΩΠΙΑ

Στην Πρεσβυωπία μειώνεται η ικανότητα του οφθαλμού να εστιάσει σε κοντινά αντικείμενα. Εμφανίζεται συνήθως μετά την ηλικία των 40 – 45 ετών.
Ο ασθενής με πρεσβυωπία βλέπει θολά τα κοντινά αντικείμενα.
Για την αντιμετώπιση της πρεσβυωπίας εφαρμόζονται εξατομικευμένες λύσεις ανάλογα με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του ασθενούς.

Αισθητική Οφθαλμολογία & Οφθαλμοπλαστική

Η Οφθαλμολογική Κλινική Υπαπαντή απαρτίζεται από πεπειραμένους και εξειδικευμένους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων. Στο πλαίσιο των επισκέψεων τους οι ασθενείς μπορούν να υποβληθούν σε διαγνωστικές εξετάσεις και επεμβατικές πράξεις, με γνώμονα πάντοτε τις ανάγκες τους.

Η αισθητική οφθαλμολογία και οφθαλμοπλαστική χειρουργική ασχολείται με αισθητικού τύπου επεμβάσεις που σχετίζονται με τα μάτια και την ευρύτερη περιοχή γύρω από αυτά, με στόχο να αποκατασταθεί κάποια βλάβη που προκλήθηκε από ασθένεια ή τραυματισμό. Οι επεμβάσεις πραγματοποιούνται επίσης για αισθητικούς λόγους και επειδή η περιοχή γύρω από τα μάτια χαρακτηρίζεται από υψηλή ευαισθησία, η χειρουργική επέμβαση προϋποθέτει άρτια εκπαίδευση και εξειδικευμένες δεξιότητες από το χειρουργό.

Επισκεφτείτε την Οφθαλμολογική Κλινική Υπαπαντή ώστε να σας προσφέρουμε ολοκληρωμένες ιατρικές υπηρεσίες με γνώμονα τις εξειδικευμένες ανάγκες υγείας σας. Οι κορυφαίας ποιότητας ιατρικές μας υπηρεσίες παρέχονται από άριστα εκπαιδευμένο και πεπειραμένο ιατρικό προσωπικό, κάνοντας χρήσης ιατρικών μηχανημάτων αιχμής.

Παθήσεις του Κερατοειδούς

Η Οφθαλμολογική Κλινική Υπαπαντή είναι αδειοδοτημένη από τον ΕΟM (Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχέυσεων) και διαθέτει εξειδικευμένο οφθαλμολογικό τμήμα μεταμόσχευσης και τοπογραφίας κερατοειδούς που στελεχώνεται από άριστα καταρτισμένους και πεπειραμένους ιατρούς και επιστημονικό προσωπικό που ενημερώνεται ανελλιπώς για τις τελευταίες εξελίξεις στην οφθαλμολογία.

Ο κερατοειδής χιτώνας μπορεί εύκολα να υποστεί κάποιο τραυματισμό ή μόλυνση εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι εκτεθειμένος. Το αποτέλεσμα είναι πως ένας τραυματισμός ή μία μόλυνση είναι ικανές να προκαλέσουν προβλήματα στον κερατοειδή, όπως η θόλωση, οι ουλές και η παραμόρφωση. Άλλες σημαντικές παθήσεις του κερατοειδούς που δεν οφείλονται σε εξωγενείς παράγοντες  είναι ο κερατόκωνος, το γεροντότοξο, η κερατόσφαιρα και η ενδοθηλιακή δυστροφία του Fuchs. Η μόνιμη θολερότητα στον κερατοειδή μπορεί να θεραπευτεί αποκλειστικά με χειρουργική επέμβαση μεταμόσχευσης κερατοειδούς, δηλαδή αντικαθιστώντας τον κερατοειδή που πάσχει (ή το τμήμα του) με κερατοειδή χιτώνα από ανθρώπινο δότη (μόσχευμα). Να σημειωθεί ότι σήμερα χρησιμοποιούνται ποικίλες τεχνικές μεταμόσχευσης κερατοειδούς, σύμφωνα πάντοτε με την κάθε περίπτωση.

Επισκεφτείτε την Οφθαλμολογική Κλινική Υπαπαντή ώστε να σας προσφέρουμε ολοκληρωμένες ιατρικές υπηρεσίες με γνώμονα τις εξειδικευμένες ανάγκες υγείας σας. Οι κορυφαίας ποιότητας ιατρικές μας υπηρεσίες παρέχονται από άριστα εκπαιδευμένο και πεπειραμένο ιατρικό προσωπικό, κάνοντας χρήσης ιατρικών μηχανημάτων αιχμής.

Κερατοειδής - Φόρμα Επικοινωνίας

    Όγκοι κόγχου και θεραπεία

    Ο κόγχος με την ευρύτερη έννοια περιγράφει την κοιλότητα που περιέχει δομές που είναι απαραίτητες για την οφθαλμική λειτουργία και την οστεώδη αρχιτεκτονική που τους περιβάλλει.

    Δεδομένου ότι ο κόγχος είναι μια σχετικά μικρή ανατομική περιοχή με ελάχιστο πλεονάζων χώρο, βλάβες που καταλαμβάνουν χώρο οι οποίες αυξάνουν τον όγκο του κόγχου μπορεί να οδηγήσουν σε πρόπτωση του βολβού (εξόφθαλμος) και μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την οπτική λειτουργία και τη λειτουργία των εξοφθάλμιων μυών.

    Όγκοι κόγχου στα παιδιά
    Τα τριχοειδικά αιμαγγειώματα είναι οι πιο συχνοί όγκοι του κόγχου που παρατηρούνται στα παιδιά. Άλλες καλοήθεις βλάβες του κόγχου περιλαμβάνουν τις δερμοειδείς κύστεις, τα λεμφαγγειώματα και τους ιστιοκυτταρικούς όγκους.
    Το ραβδομυοσάρκωμα είναι η πιο συχνή πρωτοπαθής κακοήθης πάθηση του κόγχου στα παιδιά. Αυτές οι καταστροφικές βλάβες εμφανίζονται συνήθως σε παιδιά μικρότερα των 2 ετών ή μεγαλύτερα των 6 ετών.
    Το νευροβλάστωμα, το σάρκωμα Ewing, ο όγκος του Wilms, και η λευχαιμία είναι οι πιο συχνές μεταστατικές βλάβες του κόγχου που πλήττουν τα παιδιά. Άλλες κακοήθεις αλλοιώσεις περιλαμβάνουν το λέμφωμα Burkitt και το κοκκιοκυτταρικό σάρκωμα.

    Όγκοι κόγχου στους ενήλικες
    Στους ενήλικες, τα σηραγγώδη αιμαγγειώματα είναι οι πιο συχνές \”de novo\” εξοιδήσεις του κόγχου. Αυτές οι βλάβες συνήθως είναι καλά ανεκτές από τον ασθενή και διαχειρίζονται με συντηρητική θεραπεία εκτός αν παρατηρηθεί απώλεια στην οπτική οξύτητα ή στο οπτικό πεδίο.

    Θεραπεία:
    Η απόφαση για τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης λαμβάνεται όταν είναι απαραίτητη η βιοψία για την επαλήθευση των ευρημάτων ή όταν η βλάβη άμεσα ή έμμεσα επηρεάζει δυσμενώς το βολβό ή την όραση. Για παράδειγμα, σε έναν ασθενή με μια βλάβη στον επιπεφυκότα δίκην κηλίδας σολωμού, απαιτούνται βιοψίες για την επιβεβαίωση και για να βοηθήσει στη διάγνωση και στον υπότυπο της υποτιθέμενης λεμφωματώδους βλάβης. Άλλες βλάβες ασκούν τις καταλυτικές τους επιδράσεις μέσω του όγκου τους, και η μείωση των βλαβών αυτών είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση της ακεραιότητας του κόγχου. Σε άλλες περιπτώσεις, η συμπίεση του οπτικού νεύρου απαιτεί αποσυμπίεση των περιεχομένων του κόγχου.

    Καταρράκτης ματιών

    Τι είναι  καταρράκτης;
    Ο καταρράκτης είναι μία συνηθισμένη πάθηση κατά την οποία θολώνει ο ανθρώπινος φακός που έχουμε στο μάτι μας. Συνήθως εμφανίζεται από τη μέση ηλικία κι έπειτα αλλά δεν είναι σπάνιο να διαπιστωθεί και σε μικρότερες ηλικίες ή ακόμη και κατά τη γέννηση. Η εμφάνιση του μπορεί να προκληθεί ή να επιταχυνθεί από τη χρήση φαρμάκων, από τραυματισμούς και από κάποιες παθήσεις, τόσο οφθαλμικές όσο και συστηματικές.

    Ποια είναι τα συμπτώματα του καταρράκτη;
    Ο άνθρωπος που έχει καταρράκτη παρουσιάζει κατά κύριο λόγο θάμβος οράσεως. Η μειωμένη αυτή οπτική οξύτητα δε μπορεί να διορθωθεί ικανοποιητικά με κάποιο βοήθημα όπως γυαλιά οράσεως ή φακούς επαφής. Ο ασθενής παραπονείται ότι αυτή η κατάσταση επηρεάζει την καθημερινότητά του και τον δυσκολεύει στις δραστηριότητές του όπως διάβασμα, οδήγηση ιδίως τη νύχτα, παρακολούθηση τηλεόρασης, ενασχόληση με τον υπολογιστή, χρήση του κινητού τηλεφώνου κ.λπ.

    Θεραπεία του καταρράκτη;
    Η θεραπεία του καταρράκτη είναι αποκλειστικά μικροχειρουργική. Δεν υπάρχουν φάρμακα που να θεραπεύουν ή να αναστέλλουν την εξέλιξη ενός καταρράκτη. Η σύγχρονη επεμβατική τεχνική με την οποία θεραπεύουμε τον καταρράκτη ονομάζεται φακοθρυψία. Προεγχειρητικά γίνεται υπολογισμός της ισχύος του ενδοφθαλμίου φακού που θα τοποθετηθεί με τα ακριβέστερα μηχανήματα που διατίθενται (ZEISS IOL MASTER –μάθετε πληροφορίες εδώ-, μέτρηση με υπερήχους). Κατά τη φακοθρυψία, υπό τοπική αναισθησία, συνήθως με σταγόνες, από μία πολύ μικρή τομή, ο ανθρώπινος φακός θρυμματίζεται με τη βοήθεια των υπερήχων, αναρροφάται και τελικώς αντικαθίσταται από έναν άλλο τεχνητό φακό, ο οποίος εμφυτεύεται ενδοφθάλμια και παραμένει εκεί για την υπόλοιπη ζωή του ασθενούς. Σπανιότερα χρησιμοποιούνται και άλλες τεχνικές όπως η εξωπεριφακική και η ενδοπεριφακική εξαίρεση του κσταρράκτη. Ο ασθενής παραμένει για λίγες ώρες στο νοσοκομείο και επιστρέφει πολύ σύντομα στις καθημερινές του δραστηριότητες. Η εγχείρηση γίνεται με τελευταίας τεχνολογίας μηχανήματα υπερήχων.

    Η κλινική μας είναι πιστοποιημένη κατά ISO 9001:2008 που διασφαλίζει υψηλής ποιότητας υπηρεσίες και παροχή όλων των απαραίτητων βοηθημάτων (μηχανημάτων, υλικών και εξαρτημάτων) που θα ζητήσει κάποιος γιατρός πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της επέμβασης, ώστε το αποτέλεσμα να είναι το βέλτιστο δυνατό.

    Εκφύλιση της ωχράς κηλίδας

    Τι είναι η ωχρά κηλίδα;
    Η ωχρά κηλίδα είναι μία ανατομική περιοχή του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, ο οποίος βρίσκεται στο βυθό του οφθαλμού. Στην ωχρά κηλίδα εντοπίζονται σε μεγάλη συγκέντρωση εξειδικευμένα κύτταρα – φωτουποδοχείς, πάνω στα οποία εστιάζεται κυρίως η δέσμη φωτός που κάθε στιγμή περνάει από το εξωτερικό περιβάλλον στο εσωτερικό του οφθαλμού. Η ωχρά κηλίδα περιέχει ακόμη ειδικές φωτοευαίσθητες χρωστικές ουσίες, τις ξανθοφύλλες, οι οποίες βοηθούν στην απορρόφηση του φωτός και στην προστασία της ωχράς από το οξειδωτικό στρες. Είναι υπεύθυνη για την κεντρική ευκρινή όραση και την αντίληψη των χρωμάτων.

    Ταξινόμηση / θεραπεία
    Η ωχρά κηλίδα μπορεί να υποστεί βλάβη από διάφορες καταστάσεις και ασθένειες. Οι παθήσεις της ωχράς κηλίδας διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τις ατροφικές και τις εξιδρωματικές. Στην πρώτη περίπτωση ο μηχανισμός βλάβης περιλαμβάνει την ανάπτυξη ατροφίας, είτε των φωτουποδοχέων, είτε του μελαγχρόου επιθηλίου, της στοιβάδας που βρίσκεται κάτω από τον αμφιβληστροειδή και την ωχρά, ως υπόστρωμα. Οι εξιδρωματικές ωχροπάθειες διακρίνονται από την παρουσία υγρού/οιδήματος στις στοιβάδες του αμφιβληστροειδούς.

    Παρακάτω αναφέρονται επιγραμματικά οι συνηθέστερες παθήσεις της ωχράς:

    1. Ηλικιακή εκφύλιση: πρόκειται για νόσο της μεγάλης ηλικίας (άνω των 50 ετών), κατά την οποία αθροίζονται πέριξ και εντός της ωχράς συσσωρεύσεις εκφυλιστικού υλικού (drusen). Διακρίνεται σε ξηρά και υγρή μορφή. Στην πρώτη περίπτωση συνιστάται παρακολούθηση και λήψη βιταμινούχων σκευασμάτων. Στη δεύτερη περίπτωση που επιπλέκεται από ανάπτυξη παθολογικών αγγείων η θεραπεία είναι ενδουαλοειδικές ενέσεις με αντιαγγειογενετικούς παράγοντες. Ειδική κατηγορία είναι οι πολύποδες του χοριοειδούς που απαιτούν ειδική laser θεραπεία με ενδοφλέβια έγχυση φωτοευαίσθητης ουσίας (φωτοδυναμική θεραπεία).
    2. Διαβητική ωχροπάθεια: πρόκειται για ανάπτυξη οιδήματος στην ωχρά κηλίδα, ως συνέπεια αλλοιώσεων των αγγείων του αμφιβληστροειδούς λόγω διαβήτη. Το κλινικά σημαντικό λεγόμενο οίδημα αντιμετωπίζεται με συνδυασμό laser και ενδουαλοειδικών ενέσεων. Τελευταία, έχει αναπτυχθεί μια νέα τεχνολογία, το υποουδικό micropulse laser για φωτοδιέγερση της ωχράς κηλίδας χωρίς πρόκληση εγκαυμάτων.
    3. Οίδημα ωχράς μετά από φλεβική απόφραξη: η κεντρική φλέβα του αμφιβληστροειδούς ή οι κλάδοι της μπορούν να υποστούν απόφραξη από διάφορες αιτίες. Η απόφραξη δημιουργεί αιμοδυναμικές διαταραχές στην κυκλοφορία του αμφιβληστροειδούς, οι οποίες οδηγούν σε αιμορραγίες και οίδημα της ωχράς κηλίδας. Αντιμετωπίζεται με ενδουαλοειδικές ενέσεις, εμφυτεύματα κορτιζόνης και ενίοτε υποουδικό micropulse laser.
    4. Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια: πρόκειται για νόσο της νεαρής συνήθως ηλικίας, αλλά όχι αποκλειστικά. Σχετίζεται με άγχος και η ωχρά κηλίδα προσβάλλεται λόγω παρουσίας ορώδους υγρού στον αμφιβληστροειδή. Συνήθως υποχωρεί αυτόματα εντός 3-6 μηνών, αλλά μπορεί να υποτροπιάσει ή και να αποκτήσει χρόνιο χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές ενδείκνυται φωτοδυναμική θεραπεία ή υποουδικό micropulse laser.
    5. Δυστροφίες, όπως η νόσος Stargardt η νόσος του Best: πρόκειται για κληρονομικές παθήσεις της ωχράς, όπου ευθύνονται κάποια παθολογικά γονίδια για την πρώιμη, σε νεαρή ηλικία συνήθως, βλάβη της ωχράς κηλίδας, η οποία είναι ατροφικού τύπου.  Δεν υπάρχει κάποια καθιερωμένη θεραπεία, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις συνιστάται γενετικός έλεχος για την ανίχνευση του υπευθύνου γονιδίου και την εκτίμηση πιθανότητας κληρονόμησης στους απογόνους.

    Διάγνωση
    Όσον αφορά τη διάγνωση των παθήσεων της ωχράς, εκτός από τη βυθοσκόπηση, μια σειρά ειδικών απεικονιστικών εξετάσεων χρησιμοποιούνται, όπως:

    • Οπτική Τομογραφία Συνοχής (OCT), με σάρωση της ωχράς κηλίδας με λεπτές τομές, όπου διακρίνονται όλες οι στοιβάδες του αμφιβληστροειδούς στην περιοχή της ωχράς.
    • Ψηφιακή φλουροαγγειογραφία με έγχυση σκιαγραφικής ουσίας ενδοφλεβίως, για την απεικόνιση των αγγείων του αμφιβληστροειδούς. Ενδείκνυται ιδιαιτέρως στις εξιδρωματικές ωχροπάθειες.
    • Αυτοφθορισμός, με ειδική φωτογράφηση του οπισθίου πόλου του βυθού, όπου απεικονίζεται το μελάγχρουν επιθήλιο. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στις δυστροφίες της ωχράς, αλλά και στις φλεγμονώδεις παθήσεις του βυθού.
    • Αγγειογραφία με πράσινο ινδοκυανίνης με έγχυση σκιαγραφικής ουσίας ενδοφλεβίως επίσης. Απεικονίζεται κυρίως ο χοριοειδής, δηλαδή η στοιβάδα εν τω βάθει του αμφιβληστροειδούς.
    • Ηλεκτροφυσιολογία, όπου καταγράφεται η ηλεκτρική δραστηριότητα των φωτουποδοχέων της ωχράς. Είναι απαραίτητη εξέταση για τις δυστροφίες της ωχράς κηλίδας.
    • Υπερηχογραφία, για τη διάγνωση παθήσεων μη ευκρινώς ορατών κλινικά (π.χ. νεοπλάσματα του οφθαλμού).

    Βλεφαρόπτωση, αίτια και θεραπεία

    Η Οφθαλμολογική Κλινική Υπαπαντή απαρτίζεται από πεπειραμένους και εξειδικευμένους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων. Στο πλαίσιο των επισκέψεων τους οι ασθενείς μπορούν να υποβληθούν σε διαγνωστικές εξετάσεις και επεμβατικές πράξεις, με γνώμονα πάντοτε τις ανάγκες τους.

    Ως βλεφαρόπτωση ορίζουμε το φαινόμενο κατά το οποίο παρατηρείται πτώση είτε του ενός είτε και των δύο άνω βλεφάρων. Σε περίπτωση σοβαρής βλεφαρόπτωσης ενδέχεται να επηρεαστεί μέχρι και η όραση. Η βλεφαρόπτωση είναι είτε συγγενής, δηλαδή υπάρχει εκ γενετής, είτε επίκτητη, δηλαδή επέρχεται κάποια στιγμή στη ζωή. Η συγγενής βλεφαρόπτωση αποδίδεται σε κάποια ανωμαλία στο μυ που σηκώνει το βλέφαρο, ενώ για την επίκτητη βλεφαρόπτωση ευθύνονται διάφορα αίτια και παράγοντες, όπως η προχωρημένη ηλικία, κάποια νευρολογική νόσος ή μία νόσος των μυών. Η θεραπεία εξαρτάται από το αίτιο που προξενεί τη βλεφαρόπτωση, με την ιατρική συνταγογράφηση φαρμάκων να αποτελεί ένα θεραπευτικό μέσο βελτίωσης των συμπτωμάτων της ασθένειας. Εφόσον πρόκειται για συγγενή βλεφαρόπτωση, η χειρουργική επέμβαση είναι μία θεραπευτική λύση που πρέπει να εξεταστεί.

    Επισκεφτείτε την Οφθαλμολογική Κλινική Υπαπαντή ώστε να σας προσφέρουμε ολοκληρωμένες ιατρικές υπηρεσίες με γνώμονα τις εξειδικευμένες ανάγκες υγείας σας. Οι κορυφαίας ποιότητας ιατρικές μας υπηρεσίες παρέχονται από άριστα εκπαιδευμένο και πεπειραμένο ιατρικό προσωπικό, κάνοντας χρήσης ιατρικών μηχανημάτων αιχμής.

    Παθήσεις – Όγκοι βλεφάρων και θεραπεία

    Τι είναι ένας όγκος;
    Ένας όγκος είναι μια ανώμαλη ανάπτυξη ενός ιστού, και μπορεί να είναι καλοήθης (που συνεπάγεται περιορισμένη ανάπτυξη), προ-κακοήθης (με τη δυνατότητα να γίνει κακοήθης) ή κακοήθης (πράγμα που σημαίνει την ικανότητα να αναπτύσσεται και να εξαπλωθεί σε άλλα μέρη του σώματος – «μετάσταση»).

    Ποιες είναι οι αιτίες των όγκων;
    Στις περισσότερες περιπτώσεις η ακριβής αιτία ενός όγκου δεν είναι γνωστή, αλλά οι παράγοντες που πιστεύεται ότι παίζουν ένα ρόλο είναι:

    ( i ) Το περιβάλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έκθεση στο ηλιακό φως που αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης όγκων του δέρματος στα βλέφαρα, ιδίως σε άτομα με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα.

    ( ii ) Το ανοσοποιητικό σύστημα (το οποίο προστατεύει επίσης έναντι των λοιμώξεων). Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρά φάρμακα που καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης όγκων.

    ( iii ) Κληρονομικότητα. Οι περισσότεροι έχουν μια γενετική προδιάθεση, αν και μόνο εξαιρετικά σπάνια υπάρχουν όγκοι που κληρονομούνται απευθείας από έναν γονέα.

    Ποια είναι τα συμπτώματα;
    Τα συμπτώματα ποικίλουν ανάλογα με τη θέση και τη φύση του όγκου. Οι όγκοι των βλεφάρων μπορεί να προκαλέσουν τοπικό οίδημα, εντοπισμένη απώλεια των βλεφαρίδων (μαδαρωση), ερυθρότητα ή ενόχληση του οφθαλμού.
    Οι συνηθέστεροι όγκοι των βλεφάρων περιλαμβάνουν το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα (BCC) και το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα (SCC). Τα BCCs, τα SCCs, και τα μελανώματα αντιπροσωπεύουν το 90 %, 5 %, και 3% των κακόηθων περιοφθαλμικών όγκων.

    Για να είμαστε σίγουροι για τη διάγνωση, η βιοψία μπορεί να είναι απαραίτητη, αν και σε πολλές περιπτώσεις τυπικών BCCs, η αντιμετώπιση μπορεί να γίνει ταυτόχρονα με τη βιοψία. Ωστόσο, όταν ένας όγκος είναι κοντά στα βλέφαρα, λαμβάνοντας υπόψη τη σύνθετη ανατομική φύση των βλεφάρων, μια βιοψία συχνά προτιμάται πριν από την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας.

    Μπορούν οι όγκοι να ενέχουν κίνδυνο για τον οφθαλμό και την όραση;
    Ναι – είτε ως αποτέλεσμα της διήθησης και παραμόρφωσης του βλεφάρου με μειωμένη προστασία του κερατοειδούς (BCC, SCC), η άμεση συμμετοχή της επιφάνειας του κερατοειδούς (SGC), ή λόγω εξάπλωσης στον κόγχο (οποιοσδήποτε όγκος). Επιπλέον, αν κάποιος όγκος αφεθεί χωρίς θεραπεία για μεγάλο χρονικό διάστημα, η πλήρης εκτομή μπορεί να οδηγήσει σε ένα μεγαλύτερο έλλειμμα ιστού (και ακόμη και την απώλεια του οφθαλμού σε σπάνιες περιπτώσεις), γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ανάγκη για εκτεταμένη επανορθωτική χειρουργική επέμβαση με μεγαλύτερο κίνδυνο για την συνολική προστασία του οφθαλμού.

    Ποια είναι η θεραπεία τους;
    Οι όγκοι των βλεφάρων γενικά αντιμετωπίζονται με πλήρη εκτομή και επανορθωτική οφθαλμοπλαστική χειρουργική επέμβαση. Η επανορθωτική χειρουργική επέμβαση εκτελείται συνήθως ταυτόχρονα με την αφαίρεση του όγκου ή σπανιότερα μέσα σε λίγες ημέρες, αν απαιτείται ο όγκος να σταλεί για βιοψία που θα επιβεβαιώσει ότι έχει αφαιρεθεί πλήρως πριν την οφθαλμοπλαστική αποκατάσταση. Ορισμένοι όγκοι μπορούν να αντιμετωπιστούν με τοπική ψύξη (κρυοθεραπεία), ακτινοβολία, ή ιατρικές θεραπείες που διεγείρουν το ανοσοποιητικό σύστημα για να καταστρέψουν τα ανώμαλα κύτταρα του όγκου.

    Ποια είναι η περίοδος παρακολούθησης μετά από χειρουργική επέμβαση για τη θεραπεία ενός όγκου;
    Λόγω του κινδύνου υποτροπής του όγκου των βλεφάρων, οι ασθενείς συνήθως επανεξετάζονται ανά τακτικά χρονικά διαστήματα για 3 έως και 10 χρόνια μετά τη θεραπεία ανάλογα με το είδος του όγκου.

    Δακρύρροια – Δακρυσμένο μάτι, αίτια και θεραπεία

    Τα δάκρυα αποχετεύονται στη μύτη μέσω δύο μικρών πόρων (δακρυϊκά σημεία) στην έσω γωνία του άνω και κάτω βλεφάρου. Τα σημεία αυτά οδηγούν σε ένα οριζόντιο κανάλι αποχέτευσης (δακρυϊκό σωληνάριο). Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε ένα ασκό παροχέτευσης κάτω από το δέρμα στην έσω γωνία του οφθαλμού (δακρυϊκός ασκός). Αυτός ο ασκός αποχετεύει τα δάκρυα προς τα κάτω (μέσω του ρινοδακρυϊκού πόρου), μέσω του ρινικού οστού στη μύτη.

    Στένωση των δακρυϊκών πόρων
    Η στένωση, αλλά και η ανωμαλία ή απόφραξη των αποχετευτικών πόρων μπορεί να οδηγήσει σε εφύγρανση των οφθαλμών, που ονομάζεται δακρύρροια ή επιφορά. Αυτό μπορεί να προκαλέσει συσσώρευση βλέννας στον ασκό, προκαλώντας υποτροπιάζουσες μολύνσεις (δακρυοκυστίτιδα).

    Θεραπεία:

    Δακρυοασκορρινοστομία (DCR)
    Η επέμβαση DCR δημιουργεί μια παράκαμψη προκειμένου τα δάκρυα να παροχετεύονται μέσα στη μύτη. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω μιας μικρής τομής μεταξύ του δακρυϊκού ασκού και της μύτης, με ένα κανάλι που δημιουργείται στο οστό για να επιτρέψει τη σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο δομών. Έτσι, με αυτήν την επέμβαση μπορεί να παρακαμφθεί κάθε απόφραξη ή στένωση του ρινοδακρυϊκού πόρου.
    Η χειρουργική επέμβαση για τους ασθενείς που αντιμετωπίζουν προβλήματα με σημαντική έκκριση βλέννας, έχει ένα πολύ υψηλό ποσοστό επιτυχίας (μείωση των συμπτωμάτων σε τουλάχιστον 95% των ασθενών). Χαμηλότερο ποσοστό επιτυχίας (85% περίπου) συνοδεύει τους ασθενείς που έχουν επιφορά, ακόμη και εάν το κανάλι κατασκευαστεί επιτυχώς. Αντιπηκτικά φάρμακα όπως η ασπιρίνη, θα πρέπει να διακοπούν 2 εβδομάδες πριν την επέμβαση.

    Περιγραφή της επέμβασης
    Η επέμβαση αυτή περιλαμβάνει μια τομή 1,5 εκατοστού διαμέσου του δέρματος από την πλευρά της μύτης. Στη συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων, η τομή επουλώνεται πολύ καλά, αφήνοντας μόνο μια λεπτή αμυδρή γραμμή. Τα ράμματα στο δέρμα της μύτης αφαιρούνται 2 εβδομάδες αργότερα. Τέλος, ένα λεπτό σωληνάκι σιλικόνης (stent) μένει πάνω στη μύτη, το οποίο συνήθως περνά απαρατήρητο από τον ασθενή μέχρι την απομάκρυνσή του έξι εβδομάδες αργότερα. Η επέμβαση διαρκεί περίπου μία ώρα και μπορεί να γίνει υπό πλήρη γενική αναισθησία ή με τοπική αναισθησία και ενδοφλέβια μέθη.

    Σε γενικές γραμμές, η πιθανότητα θεραπείας από την ενοχλητική κολλητικότητα και την εκροή από τον οφθαλμό είναι της τάξης του 95%. Ωστόσο, το ποσοστό επιτυχίας για πλήρη θεραπεία της δακρύρροιας  εξαρτάται από τον βαθμό απόφραξης προεγχειρητικά και το σημείο της απόφραξης. Σε γενικές γραμμές είναι στα επίπεδα του 85%.